Τα παιδιά του μπάσκετ που μεγαλώσαμε...

Από την Ευφροσύνη Κίτσιου, Ιστορικό – Φιλόλογο
Φεύγοντας από τη δουλειά μου κάθε μεσημέρι, επιβραδύνω και κοντοστέκομαι στο γήπεδο του μπάσκετ της γειτονιάς μου. Σκόπιμα και με περισσή χαρά – αν όχι και ελαφρώς ενοχική, σχεδόν λαθραία ικανοποίηση – σπαταλώ πέντε λεπτά που δεν αντιστοιχούν σε κάποια καθημερινή υποχρέωση της ατζέντας μου.
Αυτό το γήπεδο κρυμμένο μέσα σε δέντρα και θάμνους, μιας γειτονιάς εργατών, άλλοτε έσφυζε από ζωή, φωνές, γέλια και κλάματα. Ξαφνικά θυμάμαι ολοκάθαρα πίσω από τον μεγάλο συρματένιο φράχτη, διαφορετικές παρέες παιδιών, να πατάνε τις φρεσκοβαμμένες γραμμές του γηπέδου, να κρεμιούνται από το ολοκαίνουργιο δίχτυ της μπασκέτας και να κυνηγάνε με μανία μια μπάλα – ίσως και τα όνειρά τους –. Να κυνηγάνε αυτή την μπάλα με βαθιά πίστη και βεβαιότητα ότι θα κερδίσουν έναν πόντο ακόμα, σαν να κρίνονταν ολόκληρο το μέλλον τους.
Σήμερα, τίποτα δεν θυμίζει εκείνο το γήπεδο μπάσκετ, παρά μόνο οι αναμνήσεις όσων παίξαμε κάποιο μεσημέρι εκεί. Άδειο και φανερά αφημένο στην τύχη του. Μπασκέτες σκουριασμένες και ανύπαρκτες γραμμές στο γήπεδο. Σκουπίδια και απομεινάρια ενός παρελθόντος που καμία ιστορία δεν θα καταγράψει, παρά μόνο αν γίνει μια άτυπη και ακούσια αποτύπωση στη συνείδηση όσων περάσαμε από εκεί. Το γήπεδο έχασε πλέον τον χτύπο της μπάλας, γιατί δεν υπάρχει καμία καρδιά να πάλλεται κυνηγώντας την.
Συλλογίζομαι για λίγο, όλοι εμείς που κάποτε κυνηγούσαμε με τόση θέρμη την μπάλα για να φτάσουμε τον στόχο μας, κυνηγάμε σήμερα με την ίδια επιμονή «τα καλάθια» της ζωής μας ή ξεχάσαμε τη χαρά του αγώνα;
Κι εκεί, μέσα σε αυτή τη μικρή ρωγμή του χρόνου ανάμεσα στο «τότε» και στο «τώρα», νιώθω μετέωρη το βάρος της ενηλικίωσης. Σαν να στέκομαι στη μέση ενός αόρατου χάσματος γενεών: από τη μία το παιδί που ήμουν, από την άλλη ο ενήλικας που είμαι τώρα. Σε αυτό το σημείο στοχάζομαι τι θυμάμαι από εκείνο το παιδί.
Έπειτα, συλλογίζομαι τα παιδιά του σήμερα. Όπως, το γήπεδο άλλαξε, έτσι άλλαξε και ο κόσμος. Εκεί είναι που σκύβω νοερά στους μαθητές μου με περισσότερη κατανόηση και λιγότερη κριτική. «Υπήρξες παιδί και εσύ», λέω στον εαυτό μου. Ο μόνος τρόπος να κατανοήσεις τον κόσμο των παιδιών και να βρεις τον τρόπο να επικοινωνήσεις με έναν κόσμο που πλέον είσαι εκτός, είναι να θυμηθείς πως υπήρξες. Ο μόνος τρόπος να τους «μιλήσεις», είναι να νιώσουν ότι έχουν απέναντί τους ευήκοα ώτα.
Τελικά, σκέφτομαι ότι το χάσμα των γενεών δεν γεννιέται από την ηλικιακή απόσταση των γενεών, αλλά από την απόσταση που παίρνουμε από τον μικρότερο εαυτό μας. Εξελισσόμαστε – αυτή είναι η φυσική πορεία της ζωής. Παίρναμε μέσα από αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις που η ζωή πότε με το σκληρό πότε με το γλυκό της πρόσωπο μας τις φέρνει, έτσι ώστε να καταφέρνουμε να πορευόμαστε ενεργητικά μέσα σε αυτή.
Όμως, το λέω καθαρά, για να καταλάβουμε τα παιδιά – γονείς, δάσκαλοι, κοινωνία – ας κοντοσταθούμε στο μπάσκετ που παίζαμε κάποτε ως παιδιά. Περνώντας δίπλα από το μπάσκετ των παιδικών μου χρόνων, καταλαβαίνω πως ενηλικίωση δεν σημαίνει να ξεχνάς – σημαίνει να θυμάσαι, να συνεχίζεις τον αγώνα στα γήπεδα της ζωής με την ίδια ζέση και να δίνεις το παράδειγμα και όχι ανούσια κηρύγματα που δεν αποτυπώνονται στη στάση ζωής σου. Να βλέπεις τα παιδιά με ελπίδα και όχι με καχυποψία. Η παιδική μας ηλικία πρέπει είναι το καταφύγιο των αποθεμάτων ψυχικής δύναμης και η γέφυρα κατανόησης των σημερινών παιδιών.
Τελικά, η καρδιά συνεχίζει να χτυπά στον ρυθμό εκείνης της μπάλας που χτυπούσε επίμονα στο τσιμέντο και μας έμαθε να αγωνιζόμαστε και να ελπίζουμε σε μια ακόμα νίκη. Και τότε συνειδητοποιώ ότι όποιος θυμάται το παιδί που υπήρξε, μπορεί να σταθεί πραγματικά δίπλα στα παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα και να γίνει ο αληθινός εαυτός του!





































