Το Τοπωνύμιο Καινούρια Αμπέλια

Ανακοίνωση της οικογενείας Σταύρου Π. Παπαγεωργίου στο Επιστημονικό Συνέδριο Μελέτης Φερών-Βελεστίνου Ρήγα.
"Στα συμβόλαια του περασμένου αιώνα το τοπωνύμιο Καινούργια Αμπέλια αναφέρεται για πρώτη φορά το 1899. Τα Καινούρια Αμπέλια είναι αυτά που αναφέραμε πιο πάνω στη θέση Ντάμπια, τα οποία υπήρξαν μέχρι το 1945 και σήμερα σώζεται μόνο το αμπέλι του Βάϊου Νικολάου Κολοκοτρώνη (βλέπε σχετικά υπ’ αρίθμ. 408/1899 συμβόλαιο του Υποθηκοφυλακείου Φερών).
Μετά από 34 χρόνια, διαβάζουμε στο 684/1933 συμβόλαιο και διαπιστώνουμε ότι επωλήθη άμπελος στη θέση Κανούργια Αμπέλια ή Καμάρα. Στο υπ αριθμ. 7083/1950 συμβόλαιο του πρώην συμβολαιογράφου Φερών Παναγιώτου Δημ.Παπαγεωργίου το τοπωνύμοιο απαντάται ως Αλμυριώστρατα η Καινούργια Αμπέλια. Σε άλλα συμβόλαια το τοπωνύμιο αυτό μνημονεύεται και αναγράφεται ως Ντάμπια και ως Ντάμπια Μνήματα (είναι τα Τούρκικα Μνήματα ανατολικά του Σταδίου Βελεστίνου).
Το τοπωνύμιο Ντάμπια μνημονεύεται και ως Νέα Αμπέλια κατά τα ανωτέρω (συμβόλαιο 2540/1938). Στο δε υπ’ αριθμ.2488/1938 συμβόλαιο, το τοπωνύμιο Καινούργια Αμπέλια μνημονεύεται και ως Παλαιοκόπρι.Για το τοπωνύμιο αυτό θα μιλήσουμε πιο κάτω. Το τοπωνύμιο Επάνω Αμπέλια (εννοεί τα αμπέλια που κείνται στη Μεσσακιά Ράχη ή Μεσσακιά Λάκκα) δεν καθιερώθηκε ούτε το βρήκαμε σε άλλες συμβολαιογραφικές πράξεις (συμβόλαιο 8023/1914).
Το τοπωνύμιο Καινούργια Αμπέλια αναφέρεται σε άλλα συμβόλαια και ως Μισακόρεμα (συμβ.3798/1907).Για πρώτη φορά συναντάμε το τοπωνύμιο Αμπελόστρατα σε συμβόλαια καθώς και το τοπωνύμιο Δρόμος Ριζομύλου (τόμος 10ος αριθμ.41).
Στη θέση Τσεγγενέ ή Τσιγγενέ, που κείται νότια της πόλης, κοντά στο σταύλο των αδελφών Τίτσια ανακαλύψαμε ότι και εκεί υπήρχαν αμπελοφυτείες που δεν υπάρχουν σήμερα (βλέπε υπ’ αριθμ.9807/1890 πωλητήριο συμβόλαιο του Υποθηκοφυλακείου Φερών, με το οποίο ο Νάκος Βασιλάκης ή Βουβουσιώτης, κτηνοτρόφος και αγωγεύς, κάτοικος του μεν χειμώνα Βελεστίνου, του δε θέρους Ζαγορίου Ηπείρου, επώλησε στον Χαλήλ Χόντζα Χαντζή Μεχμέτ, κτηματία, μία άμπελο, ενός στρέμματος περίπου). Το ακίνητο αυτό, ομού με τ’ άλλων, περιήλθε στον πωλητή εκ κληρονομίας του αποβιώσαντος πατρός του Βασιλείου Βουβουσιώτη και εκ παραιτήσεως των αδελφών του Ζωίτσας, σύζ. Τζίμα Μπαλαμώτη και Μαρίας, σύζ. Αθανασίου Μπάκα,με το υπ’ αρίθμ. 1579/24-4-1890 συμβόλαιο, του Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Φερών Νικολάου Σκαμπαρδώνη.
Το ίδιο τοπωνύμιο αναφέρεται και στο 864/1900 συμβόλαιο, με το οποίο ο Απόστολος Παπαδήμος, δικολάβος, ως πληρεξούσιος του Δημητρίου Ν. Δούκα, μίσθωσε έναν αχυρώνα στον Κωνσταντίνο Μακρή κατά τη συνοικία Τσεγγενέ ή Κυπαρίσσι. Έτσι ακριβώς μνημονεύεται και στο 2968/1904 συμβόλαιο. Το τοπωνύμιο Κυπαρίσσι κείται ανάμεσα από τη Μαλούκα και το τοπωνύμιο Τσεγγενέ. Επειδή το συμβόλαιο αναφέρει ως σύνορο τα ρέμα, εικάζουμε ότι ο αχυρώνας ήταν 300 μέτρα νότια από το σημείο όπου κείται σήμερα το Τυροκομείο του Γεωργίου Χρήστου Λαϊτσου ή και πολύ πιο κάτω, με κατεύθυνση προς νότο (με σύνορο πάντα το ρέμα).
Στο με αριθμό 2851/1905 συμβόλαιο το τοπωνύμιο αναγράφεται ως Τσιγγενέ Ιατρού, περιφερείας Βελεστίνου.
Οι αδελφοί Παλάντζα, συγκύριοι και συγκάτοχοι ενός αυλαγά, κειμένου εις θέσιν Τσικενέ η Τσιγγενέ Μαχαλά η Γυφτομαχαλά εκτάσεως στρεμμάτων είκοσι πέντε (25), συνορευομένου με Κοινοτική Περιφέρεια Δημητρίου Γιαννακόπουλου και με ομοίους Γεωργίου Μπέλλα, Ζήση Γεωργαλιού, Ιωάννου Γιάτσιου και Δημητρίου Χατζηθεοδώρου, πωλούν αυτόν αντί 2600 δραχμών στους Νικόλαο και Δημήτριο Βολάγκα (συμβόλαιο 8295/1915). Πρώτη φορά διαβάζουμε ότι ο Μαχαλάς αυτός καλείται και Γυφτομαχαλάς. Προφανώς εκεί θα ήταν τόπος εγκατάστασης των τσιγγάνων, οι οποίοι εκ περιτροπής και σε τακτά χρονικά διαστήματα έρχονταν και εγκαθίσταντο για λίγο στο Βελεστίνο για να πωλήσουν τα χειροποίητα οικιακά σκεύη που κατασκεύαζαν μόνοι τους και με πολύ τέχνη κυρίως κόσκινα με ψιλή σίτα, καλάθια και πανέρια από λυγαριά και καλάμια.
Από το με αριθμό 7283/1951 συμβόλαιο προκύπτει ότι το τοπωνμύμιο Τσεγγενέ συνόρευε με τη Μουσαφακλιώστρατα και με το δρόμο προς Κιούγκι. Με το συμβόλαιο αυτό επωλήθη αγρός στην άνω θέση από το Νικόλαο Φωτίου Σόρογκα προς τον Κωνσταντίνο Φιλίππου Θεοχάρη, εκτασης 12 στρεμμάτων, αντί 1000 δραχμών.









































